bricoler
Pronunciation
/bʀikɔle/

Ορισμός και σημασία του "bricoler"στα γαλλικά

bricoler
01

κάνω μικροδουλειές, κάνω μικροεπισκευές

faire de petits travaux manuels ou réparations soi-même
bricoler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bricole
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bricolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bricolerai
ενεστώτα μετοχή
bricolant
παθητική μετοχή
bricolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bricolions
Παραδείγματα
Je bricole un peu partout dans la maison le dimanche.
Κάνω μικροεπισκευές λίγο παντού στο σπίτι την Κυριακή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store