Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bricoler
01
κάνω μικροδουλειές, κάνω μικροεπισκευές
faire de petits travaux manuels ou réparations soi-même
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bricole
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bricolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bricolerai
ενεστώτα μετοχή
bricolant
παθητική μετοχή
bricolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bricolions
Παραδείγματα
Il passe son week-end à bricoler dans le garage.
Περνά τα Σαββατοκύριακά του κάνοντας μικροδουλειές στο γκαράζ.



























