Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La boîte aux lettres
01
γραμματοκιβώτιο, κουτί αλληλογραφίας
récipient installé à l'extérieur ou à l'entrée d'un bâtiment, destiné à recevoir le courrier
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
boîtes aux lettres
Παραδείγματα
J'ai trouvé une lettre dans la boîte aux lettres.
Βρήκα ένα γράμμα στο γραμματοκιβώτιο.



























