le boxeur
box
bɔk
bawk
eur
sœʁ
soer
boxer

Ορισμός και σημασία του "boxeur"στα γαλλικά

01

μποξέρ, πυγμάχος

athlète qui pratique la boxe professionnelle ou amateur 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
boxeurs
αρσενικό ενικό
boxeur
θηλυκό ενικό
boxeuse
neutral form
boxeur (épicène)
Παραδείγματα
Ce boxeur a remporté le titre mondial. 

Αυτός ο πυγμάχος κέρδισε τον παγκόσμιο τίτλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store