Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boutonner
01
κουμπώνω, κλείνω με κουμπιά
fermer ou attacher quelque chose en utilisant des boutons
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
boutonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
boutonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
boutonnerai
παθητική μετοχή
boutonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
boutonnions
Παραδείγματα
Elle boutonne sa veste jusqu'au cou contre le froid.
Κουμπώνει το σακάκι της μέχρι το λαιμό ενάντια στο κρύο.



























