Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bouquiner
01
διαβάζω βιβλία, διαβάζω για ευχαρίστηση
lire des livres, souvent de façon détendue ou pour le plaisir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bouquine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bouquinons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bouquinerai
παθητική μετοχή
bouquiné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bouquinions
Παραδείγματα
Elle aime bouquiner dans le jardin le week-end.
Της αρέσει να διαβάζει βιβλία στον κήπο τα σαββατοκύριακα.
02
αναζητώ μεταχειρισμένα βιβλία, αγοράζω μεταχειρισμένα βιβλία
chercher ou acheter des livres d'occasion
Παραδείγματα
Il aime bouquiner dans les marchés aux livres.
Του αρέσει να μπουκινάρει στις αγορές βιβλίων.



























