Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bosser
01
δουλεύω σκληρά, μελετώ εντατικά
travailler dur, étudier intensivement ou fournir beaucoup d'efforts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bosse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bossons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bosserai
ενεστώτα μετοχή
bossant
παθητική μετοχή
bossé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bossions
Παραδείγματα
Je bosse pour réussir mes examens.
Δουλεύω σκληρά για να περάσω τις εξετάσεις μου.



























