bosser
Pronunciation
/bɔsˈe/

Ορισμός και σημασία του "bosser"στα γαλλικά

bosser
01

δουλεύω σκληρά, μελετώ εντατικά

travailler dur, étudier intensivement ou fournir beaucoup d'efforts
bosser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bosse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bossons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bosserai
ενεστώτα μετοχή
bossant
παθητική μετοχή
bossé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bossions
Παραδείγματα
Ils bossent ensemble pour terminer le devoir à temps.
Δουλεύουν σκληρά μαζί για να ολοκληρώσουν την εργασία εγκαίρως.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store