la boisson
Pronunciation
/bwasɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "boisson"στα γαλλικά

01

ποτό, ρόφημα

substance liquide consommée comme aliment
la boisson definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
boissons
Παραδείγματα
Elle aime les boissons sans alcool.
Της αρέσουν τα μη αλκοολούχα ποτά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store