le blouson
Pronunciation
/bluzɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "blouson"στα γαλλικά

01

μπλούζα, σακάκι

vêtement court et ajusté, souvent zippé, porté pour se protéger du froid
le blouson definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
blousons
Παραδείγματα
Mon blouson est imperméable et confortable.
Το μπουφάν μου είναι αδιάβροχο και άνετο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store