Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La blanche
01
λευκή νότα, ημινότα
note de musique d'une durée de deux temps
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
blanches
Παραδείγματα
La blanche dure deux temps dans la mesure.
Η λευκή νότα διαρκεί δύο χρόνους στο μέτρο.
02
ηρωίνη, λευκό ναρκωτικό
drogue illégale très puissante issue de l'opium
Παραδείγματα
Il a été arrêté pour possession de la blanche.
Συνελήφθη για κατοχή λευκής.



























