Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le bisou
01
petit baiser affectueux, souvent sur la joue, entre amis ou en famille
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bisous
Παραδείγματα
Bisous à toute la famille de ma part.
02
formule affectueuse pour terminer un message à quelqu'un qu'on aime
Παραδείγματα
Bonne nuit. Bisous partout.
Λεξικό Δέντρο
bisou
sou



























