la biodiversité
Pronunciation
/bjodivɛʀsite/

Ορισμός και σημασία του "biodiversité"στα γαλλικά

La biodiversité
[gender: feminine]
01

βιοποικιλότητα, βιολογική ποικιλότητα

variété des formes de vie sur Terre (animaux, plantes, écosystèmes)
la biodiversité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La disparition des abeilles affecterait toute la biodiversité.
Η εξαφάνιση των μελισσών θα επηρέαζε ολόκληρη την βιοποικιλότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store