Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La biodiversité
[gender: feminine]
01
βιοποικιλότητα, βιολογική ποικιλότητα
variété des formes de vie sur Terre (animaux, plantes, écosystèmes)
Παραδείγματα
La disparition des abeilles affecterait toute la biodiversité.
Η εξαφάνιση των μελισσών θα επηρέαζε ολόκληρη την βιοποικιλότητα.



























