Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La billetterie
01
ταμείο εισιτηρίων, γραφείο εισιτηρίων
endroit ou système où l'on achète des billets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
billetteries
Παραδείγματα
La billetterie ouvre une heure avant le spectacle.
Το ταμείο εισιτηρίων ανοίγει μια ώρα πριν από την παράσταση.



























