la billetterie
billetterie
bijɛtʁi
biyetri

Ορισμός και σημασία του "billetterie"στα γαλλικά

La billetterie
01

ταμείο εισιτηρίων, γραφείο εισιτηρίων

endroit ou système où l'on achète des billets 
la billetterie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
billetteries
Παραδείγματα
La billetterie ouvre une heure avant le spectacle. 

Το ταμείο εισιτηρίων ανοίγει μια ώρα πριν από την παράσταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store