Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le billet
01
εισιτήριο, εισιτήριο εισόδου
papier ou document qui donne le droit d'entrer, de voyager ou d'assister à un événement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
billets
Παραδείγματα
J'ai acheté un billet pour le concert.
Αγόρασα ένα εισιτήριο για τη συναυλία.
02
χαρτονόμισμα, χαρτονομίσματα
morceau de papier utilisé comme argent, qui a une valeur monétaire
Παραδείγματα
Il a donné un billet de vingt euros.
Έδωσε ένα χαρτονόμισμα είκοσι ευρώ.
Λεξικό Δέντρο
billet
bile



























