Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le bilan
01
ισολογισμός, αξιολόγηση
résumé des effets ou conséquences d'une action, d'une période ou d'un événement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bilans
Παραδείγματα
Le bilan de l' accident montre peu de dégâts matériels.
Η αποτίμηση του ατυχήματος δείχνει λίγες υλικές ζημιές.
02
ιατρικός έλεγχος, τσέκ-απ
ensemble d'examens médicaux pour connaître l'état général d'une personne
Παραδείγματα
Le bilan de santé est recommandé pour les personnes âgées.
Η ιατρική εξέταση συνιστάται για ηλικιωμένους.



























