Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La bijouterie
01
κοσμηματοπωλείο, κατάστημα κοσμημάτων
magasin où l'on vend des bijoux et des objets précieux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bijouteries
Παραδείγματα
Elle est allée à la bijouterie pour acheter un collier.
Πήγε στο κοσμηματοπωλείο για να αγοράσει ένα κολιέ.



























