beurrer
beurrer
bœʁe
boere
beurrierbourrer

Ορισμός και σημασία του "beurrer"στα γαλλικά

beurrer
01

étaler du beurre sur quelque chose, comme du pain ou un moule 

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
beurre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
beurrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
beurrerai
ενεστώτα μετοχή
beurrant
παθητική μετοχή
beurré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
beurrions
Παραδείγματα
Je beurre mes tartines chaque matin. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store