Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beurrer
01
étaler du beurre sur quelque chose, comme du pain ou un moule
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
beurre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
beurrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
beurrerai
ενεστώτα μετοχή
beurrant
παθητική μετοχή
beurré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
beurrions
Παραδείγματα
Elle beurre les crêpes encore chaudes.



























