le berceau
ber
bɛʁ
ber
ceau
so
so
bercer

Ορισμός και σημασία του "berceau"στα γαλλικά

01

κούνια, αργόκλινη

petit lit conçu pour accueillir un bébé, souvent équipé de barreaux et pouvant se balancer pour endormir l'enfant 
le berceau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
berceaux
Παραδείγματα
Le bébé dort dans son berceau près du lit des parents. 

Το μωρό κοιμάται στην κούνια του κοντά στο κρεβάτι των γονέων.

02

κούνια, τόπος προέλευσης

ndroit où quelque chose a été créé, développé ou a vu le jour 
Παραδείγματα
La Toscane est considérée comme le berceau de la Renaissance. 

Η Τοσκάνη θεωρείται η λιχνάρι της Αναγέννησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store