beige
Pronunciation
/bɛʒ/

Ορισμός και σημασία του "beige"στα γαλλικά

01

μπεζ, μπεζ χρώμα

de couleur claire, mélange de brun et de blanc
beige definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
beige
αρσενικό πληθυντικό
beiges
θηλυκό ενικό
beige
θηλυκό πληθυντικό
beiges
Παραδείγματα
Le tapis beige s' accorde avec les murs blancs.
Το μπεζ χαλί ταιριάζει με τους λευκούς τοίχους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store