Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beau
01
όμορφος, ωραίος
qui est agréable à voir, joli ou attrayant
Παραδείγματα
C' est un beau jardin.
Είναι ένας όμορφος κήπος.
02
σωστός, δίκαιος
qui est moralement juste ou acceptable
Παραδείγματα
Ce n' est pas beau de voler.
Δεν είναι σωστό να κλέβεις.
03
υπέροχος, όμορφος
qui est agréable, surtout en parlant du temps ou d'une situation
Παραδείγματα
Il a réalisé un beau projet.
Πραγματοποίησε ένα όμορφο έργο.
04
μεγάλος, ευρύς
qui est grand ou vaste en taille ou en étendue
Παραδείγματα
Le fleuve est très beau ici.
Ο ποταμός είναι πολύ όμορφος εδώ.
05
όμορφος, ευχάριστος
qui est agréable ou plaisant, surtout pour le temps
Παραδείγματα
Il fait beau, alors on va faire un pique-nique.
Ο καιρός είναι καλός, οπότε θα πάμε για πικνίκ.
Le beau
[gender: masculine]
01
ομορφιά, κάλλος
ce qui est joli ou agréable à regarder
Παραδείγματα
Le beau est souvent difficile à définir.
Το όμορφο είναι συχνά δύσκολο να οριστεί.



























