Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bavarder
01
κουβεντιάζω, συζητώ
parler de façon informelle et souvent prolongée sur des sujets légers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bavarde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bavardons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bavarderai
ενεστώτα μετοχή
bavardant
παθητική μετοχή
bavardé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bavardions
Παραδείγματα
Nous avons bavardé pendant des heures au café.
Συζητήσαμε για ώρες στο καφέ.



























