Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La barrière
01
φράγμα, εμπόδιο
obstacle, élément placé pour empêcher le passage, protéger ou contrôler l'accès à un espace
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
barrières
Παραδείγματα
Une barrière naturelle peut être un mur ou une haie.
Ένα φυσικό εμπόδιο μπορεί να είναι ένας τοίχος ή ένας φράκτης.
02
φράγμα, πύλη
structure, souvent en bois ou en métal, placée à l'entrée d'un terrain ou d'un espace pour le fermer, contrôler l'accès ou délimiter une propriété
Παραδείγματα
La barrière sépare le jardin de la rue.
Το φράγμα χωρίζει τον κήπο από το δρόμο.



























