Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La barre
[gender: feminine]
01
ράβδος, μπάρα
objet long et rigide, généralement en métal ou en bois, utilisé comme support, outil ou obstacle
Παραδείγματα
Les enfants jouent sur les barres horizontales du parc.
Τα παιδιά παίζουν στις οριζόντιες ράβδους του πάρκου.
02
βάθρο μαρτύρων, θέση για τους μάρτυρες
emplacement réservé aux témoins dans une salle d'audience, où ils déposent sous serment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
barres
Παραδείγματα
L' avocat a posé des questions pièges à la barre.
Ο δικηγόρος έκανε παγίδες ερωτήσεις στο μπάρα.



























