le bandage
bandage
bɑ̃daʒ
baadazh

Ορισμός και σημασία του "bandage"στα γαλλικά

01

επίδεσμος, βιντεοταινία

morceau de tissu utilisé pour couvrir et protéger une blessure 
le bandage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bandages
Παραδείγματα
Le médecin a mis un bandage sur la coupure. 

Ο γιατρός έβαλε ένα επίδεσμο στο κόψιμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bandage
band
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store