le ballon
ballon
balɔ̃
balaw
balcon

Ορισμός και σημασία του "ballon"στα γαλλικά

01

μπάλα

objet sphérique gonflé d'air ou rempli de matière, utilisé pour jouer ou pour le sport 
le ballon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ballons
Παραδείγματα
L'enfant lance le ballon dans le jardin. 

Το παιδί πετάει την μπάλα στον κήπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store