Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le baccalauréat
[gender: masculine]
01
απολυτήριο λυκείου, βακαλάου
examen national qui marque la fin des études secondaires
Παραδείγματα
Elle révise pour les épreuves du bac.
Μελετά για τις εξετάσεις του λυκείου.



























