l'aîné
Pronunciation
/ene/

Ορισμός και σημασία του "aîné"στα γαλλικά

L'aîné
[gender: masculine]
01

το μεγαλύτερο παιδί, ο πρωτότοκος

enfant le plus âgé d'une famille
Παραδείγματα
Son aîné est plus mature que les autres.
Το μεγαλύτερο παιδί του είναι πιο ώριμο από τα άλλα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store