l'aîné
aî
ɛ
ε
né
ne
νε
gênerfreiner

Ορισμός και σημασία του "aîné"στα γαλλικά

01

το μεγαλύτερο παιδί, ο πρωτότοκος

enfant le plus âgé d'une famille 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aînés
αρσενικό ενικό
aîné
θηλυκό ενικό
aînée
Παραδείγματα
L'aîné de la famille travaille déjà. 

Ο μεγαλύτερος της οικογένειας εργάζεται ήδη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store