Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aérien
01
αεροπορικός, αερομεταφορικός
qui concerne les avions ou le transport par avion
Παραδείγματα
Les passagers doivent respecter les règles aériennes.
Οι επιβάτες πρέπει να τηρούν τους αεροπορικούς κανόνες.
02
αιθέριος, αεράτος
léger, délicat, qui semble flotter dans l'air
Παραδείγματα
L' architecture du bâtiment avait une élégance aérienne.
Η αρχιτεκτονική του κτιρίου είχε μια αιθέρια κομψότητα.
03
αεροπορικός, αεροπορικός
qui se rapporte à l'air ou au ciel
Παραδείγματα
La pollution aérienne affecte la qualité de vie.
Η ατμοσφαιρική ρύπανση επηρεάζει την ποιότητα ζωής.



























