Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'avortement
[gender: masculine]
01
άμβλωση, διακοπή της εγκυμοσύνης
interruption volontaire ou spontanée de la grossesse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le débat sur l' avortement est très sensible.
Η συζήτηση για την έκτρωση είναι πολύ ευαίσθητη.



























