l'autographe
Pronunciation
/ɔtɔgʀaf/

Ορισμός και σημασία του "autographe"στα γαλλικά

L'autographe
[gender: masculine]
01

αυτόγραφο, υπογραφή

la signature de quelqu'un, souvent célèbre
l'autographe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
autographes
Παραδείγματα
Ce livre contient l' autographe de l' auteur.
Αυτό το βιβλίο περιέχει την αυτόγραφη υπογραφή του συγγραφέα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store