l'autocar
autocar
otokaʁ
otokar
thésardgaspardrichardblafard

Ορισμός και σημασία του "autocar"στα γαλλικά

01

λεωφορείο, υπεραστικό λεωφορείο

grand bus utilisé pour transporter des passagers entre différentes villes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
autocars
Παραδείγματα
L'autocar part pour Lyon à huit heures du matin. 

Το λεωφορείο αναχωρεί για τη Λυών στις οκτώ το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

autocar
car
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store