Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
authentique
01
αυθεντικός, γνήσιος
qui est vrai, réel, original et non falsifié
Παραδείγματα
Nous avons dégusté un plat authentique de la région.
Δοκιμάσαμε ένα αυθεντικό πιάτο από την περιοχή.
02
fiable, reconnu comme vrai ou digne de confiance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus authentique
συγκριτικός βαθμός
plus authentique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
authentique
αρσενικό πληθυντικό
authentiques
θηλυκό ενικό
authentique
θηλυκό πληθυντικό
authentiques
Παραδείγματα
Ce témoignage est authentique et précis.
03
επίσημος, γνήσιος
reconnu officiellement ou légalement, ayant valeur légale ou officielle
Παραδείγματα
Les contrats doivent être authentiques pour être valables.
Οι συμβάσεις πρέπει να είναι αυθεντικές για να είναι έγκυρες.



























