l'aumône
aumône
omɔn
omawn

Ορισμός και σημασία του "aumône"στα γαλλικά

01

ελεημοσύνη, φιλανθρωπία

don charitable fait aux pauvres par compassion religieuse ou humaine 
l'aumône definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il fait l'aumône aux mendiants chaque vendredi. 

Δίνει ελεημοσύνη στους ζητιάνους κάθε Παρασκευή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store