Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'aumône
01
ελεημοσύνη, φιλανθρωπία
don charitable fait aux pauvres par compassion religieuse ou humaine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il fait l'aumône aux mendiants chaque vendredi.
Δίνει ελεημοσύνη στους ζητιάνους κάθε Παρασκευή.



























