l'aumône
Pronunciation
/omon/

Ορισμός και σημασία του "aumône"στα γαλλικά

01

ελεημοσύνη, φιλανθρωπία

don charitable fait aux pauvres par compassion religieuse ou humaine
l'aumône definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Son aumône discrète a sauvé une famille de la faim.
Η διακριτική του ελεημοσύνη έσωσε μια οικογένεια από την πείνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store