l'athée
Pronunciation
/ate/

Ορισμός και σημασία του "athée"στα γαλλικά

L'athée
[gender: masculine]
01

άθεος, αθεϊστής

personne qui ne croit en aucun dieu ni divinité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
athées
Παραδείγματα
Nous respectons nos amis athées comme croyants.
Σεβόμαστε τους φίλους μας άθεους όσο και τους πιστούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store