Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
athlétique
01
αθλητικός, γυμνασμένος
qui a un corps fort et bien développé grâce au sport ou à l'exercice physique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus athlétique
συγκριτικός βαθμός
plus athlétique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
athlétique
αρσενικό πληθυντικό
athlétiques
θηλυκό ενικό
athlétique
θηλυκό πληθυντικό
athlétiques
Παραδείγματα
Il admire les personnes athlétiques et disciplinées.
Θαυμάζει τα αθλητικά και πειθαρχημένα άτομα.
02
αθλητικός, γυμναστικός
qui concerne les sports de course, de saut ou de lancer
Παραδείγματα
Ils admirent les performances athlétiques des champions.
Θαυμάζουν τις αθλητικές επιδόσεις των πρωταθλητών.



























