l'asthme
asthme
asm
asm
spasmemarasme

Ορισμός και σημασία του "asthme"στα γαλλικά

01

άσθμα, χρόνια αναπνευστική νόσος

maladie respiratoire chronique caractérisée par des difficultés à respirer 
l'asthme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'asthme peut être déclenché par des allergies. 

Το άσθμα μπορεί να προκληθεί από αλλεργίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store