Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'association
01
σύλλογος, ένωση
groupe de personnes réunies pour un but commun, souvent non lucratif
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
associations
Παραδείγματα
Elle est membre d'une association culturelle.
Είναι μέλος μιας πολιτιστικής ένωσης.
02
συνεργασία, συμμαχία
action de s'unir ou de se joindre à quelqu'un ou à quelque chose
Παραδείγματα
Leur association dans ce projet est stratégique.
Η συνεργασία τους σε αυτό το έργο είναι στρατηγική.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
association
associate



























