Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'assaisonnement
01
καρύκευμα, μπαχαρικό
mélange de sel, épices ou condiments utilisé pour relever un plat
Παραδείγματα
Le poivre et le sel sont des assaisonnements courants.
Το πιπέρι και το αλάτι είναι κοινά κατακλύσματα.
02
καρύκευμα, μπαχαρικό
action d'ajouter du sel, des épices ou des condiments à un plat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'assaisonnement des légumes se fait avec du sel et de l'huile d'olive.
Η καρύκευση των λαχανικών γίνεται με αλάτι και ελαιόλαδο.



























