Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
assainir
01
سالم کردن, سالمتر کردن
γραμματικές πληροφορίες
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
assainissant
παθητική μετοχή
assaini
Παραδείγματα
Cette réforme vise à assainir la situation financière de l' entreprise.
02
تمیز کردن, نظافت کردن
Παραδείγματα
Il est important d' assainir régulièrement les espaces publics.



























