l'aspirateur
Pronunciation
/aspiʀatœʀ/

Ορισμός και σημασία του "aspirateur"στα γαλλικά

01

ηλεκτρική σκούπα, απορροφητήρας

appareil qui sert à nettoyer en aspirant la poussière et la saleté
l'aspirateur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aspirateurs
Παραδείγματα
L' aspirateur est rangé dans le placard.
Η ηλεκτρική σκούπα φυλάσσεται στην ντουλάπα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store