Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aseptique
01
στείρο, ασηπτικό
qui est stérile ou traité pour éliminer les microbes afin de prévenir les infections
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
aseptique
αρσενικό πληθυντικό
aseptiques
θηλυκό ενικό
aseptique
θηλυκό πληθυντικό
aseptiques
Παραδείγματα
Le matériel chirurgical doit être aseptique avant l'opération.
Το χειρουργικό υλικό πρέπει να είναι ασηπτικό πριν από την επέμβαση.



























