Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'artisanat
01
τεχνουργία, χειροτεχνία
activité de fabrication manuelle d'objets, souvent traditionnelle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'artisanat local attire de nombreux touristes.
Η τοπική χειροτεχνία προσελκύει πολλούς τουρίστες.
02
τεχνιτεχνία, τεχνιτεχνικός τομέας
ensemble des artisans et de leurs activités économiques
Παραδείγματα
L'artisanat représente une part importante de l'économie locale.
Η χειροτεχνία αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό μέρος της τοπικής οικονομίας.



























