l'artisanat
artisanat
aʁt͡sizana
artsizana
chipolatamargaritamassouirachihuahua

Ορισμός και σημασία του "artisanat"στα γαλλικά

01

τεχνουργία, χειροτεχνία

activité de fabrication manuelle d'objets, souvent traditionnelle 
l'artisanat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'artisanat local attire de nombreux touristes. 

Η τοπική χειροτεχνία προσελκύει πολλούς τουρίστες.

02

τεχνιτεχνία, τεχνιτεχνικός τομέας

ensemble des artisans et de leurs activités économiques 
Παραδείγματα
L'artisanat représente une part importante de l'économie locale. 

Η χειροτεχνία αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό μέρος της τοπικής οικονομίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store