Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
armé
01
οπλισμένος, εξοπλισμένος για μάχη
qui possède des armes ou est équipé pour le combat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus armé
συγκριτικός βαθμός
plus armé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
armé
αρσενικό πληθυντικό
armés
θηλυκό ενικό
armée
θηλυκό πληθυντικό
armées
Παραδείγματα
Un navire armé patrouillait la côte.
Ένα οπλισμένο πλοίο περιπολούσε την ακτή.



























