armé
Pronunciation
/aʀme/

Ορισμός και σημασία του "armé"στα γαλλικά

01

οπλισμένος, εξοπλισμένος για μάχη

qui possède des armes ou est équipé pour le combat
armé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus armé
συγκριτικός βαθμός
plus armé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
armé
αρσενικό πληθυντικό
armés
θηλυκό ενικό
armée
θηλυκό πληθυντικό
armées
Παραδείγματα
Un navire armé patrouillait la côte.
Ένα οπλισμένο πλοίο περιπολούσε την ακτή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store