Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'aristocratie
01
αριστοκρατία, ευγενείς
système politique où le pouvoir appartient à la noblesse ou à une élite sociale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'aristocratie dominait la société au Moyen Âge.
Η αριστοκρατία κυριαρχούσε στην κοινωνία κατά τον Μεσαίωνα.
02
αριστοκρατία, ευγενείς
la classe sociale formée par les nobles et les familles de haut rang
Παραδείγματα
L'aristocratie possédait la plupart des terres du royaume.
Η αριστοκρατία κατείχε τα περισσότερα εδάφη του βασιλείου.



























