Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'argile
01
άργιλος, πηλός
terre très fine et plastique, qui se modèle facilement et sert à la poterie, au modelage ou à la construction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'argile devient souple quand on l'humidifie.
Ο πηλός γίνεται μαλακός όταν υγραίνεται.



























