Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'araignée
01
αράχνη, αράχνη
petit animal arthropode avec huit pattes, souvent tissant une toile pour attraper ses proies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
araignées
Παραδείγματα
Une petite araignée s' est posée sur la fenêtre.
Ένα μικρό αράχνη κάθισε στο παράθυρο.



























