appétissant
appétissant
apetisɑ̃
apetisaa

Ορισμός και σημασία του "appétissant"στα γαλλικά

appétissant
01

ορεκτικός, ευχάριστος

qui donne envie de manger 
appétissant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus appétissant
συγκριτικός βαθμός
plus appétissant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
appétissant
αρσενικό πληθυντικό
appétissants
θηλυκό ενικό
appétissante
θηλυκό πληθυντικό
appétissantes
Παραδείγματα
Ce plat est très appétissant avec ses couleurs vives. 

Αυτό το πιάτο είναι πολύ ορεκτικό με τα ζωηρά του χρώματα.

02

δελεαστικός, ορεκτικός

qui attire, qui donne envie (au sens figuré) 
appétissant definition and meaning
Παραδείγματα
Cette offre d'emploi semble particulièrement appétissante. 

Αυτή η προσφορά εργασίας φαίνεται ιδιαίτερα ορεκτική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store