Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apaiser
01
καθησυχάζω, ηρεμώ
rendre quelqu'un ou quelque chose plus calme ou moins douloureux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
apaise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
apaisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
apaiserai
ενεστώτα μετοχή
apaisant
παθητική μετοχή
apaisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
apaisions
Παραδείγματα
La mère apaise son bébé en le berçant.
Η μητέρα καθησυχάζει το μωρό της κουνώντας το.



























