Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anéantir
01
εξοντώνω, καταστρέφω ολοκληρωτικά
détruire totalement quelque chose, réduire à néant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
anéantis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
anéantissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
anéantirai
ενεστώτα μετοχή
anéantissant
παθητική μετοχή
anéanti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
anéantissions
Παραδείγματα
La bombe a anéanti la ville.
Η βόμβα κατέστρεψε την πόλη.
02
καταστρέφω, εξολοθρεύω
abattre complètement quelqu'un moralement ou psychologiquement, accabler
Παραδείγματα
La mauvaise nouvelle l'a anéanti.
Η κακή είδηση τον κατέστρεψε.



























