anéantir
Pronunciation
/aneɑ̃tiʀ/

Ορισμός και σημασία του "anéantir"στα γαλλικά

anéantir
01

εξοντώνω, καταστρέφω ολοκληρωτικά

détruire totalement quelque chose, réduire à néant
anéantir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
anéantis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
anéantissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
anéantirai
ενεστώτα μετοχή
anéantissant
παθητική μετοχή
anéanti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
anéantissions
Παραδείγματα
Le séisme a anéanti plusieurs villages.
Ο σεισμός κατέστρεψε πολλά χωριά.
02

καταστρέφω, εξολοθρεύω

abattre complètement quelqu'un moralement ou psychologiquement, accabler
anéantir definition and meaning
Παραδείγματα
Elle était anéantie par la perte de son ami.
Ήταν καταστραμμένη από την απώλεια του φίλου της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store