Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'antipathie
01
αντιπάθεια, απέχθεια
sentiment de répulsion ou de mépris envers quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' antipathie peut compliquer les relations professionnelles.
Η αντιπάθεια μπορεί να περιπλέξει τις επαγγελματικές σχέσεις.



























